Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

ΠΛΗΘΟΣ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΟΝ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ



Πλήθος και Ατομικότητα στο Ον και στους θεούς


από τον Edward Butler


(μετάφραση Εμπεδότιμος)



[ Από ένα απόσπασμα μιας διαδικτυακής συζήτησης του Edward Butler με τον Robert Wallace, συγγραφέα του «Hegel's Philosophy of Reality, Freedom, and God».
Το πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο είναι στην διεύθυνση : http://lemon-cupcake.livejournal.com/36294.html .
Η ιστοσελίδα του συγγραφέα είναι η : http://henadology.wordpress.com/ ]

Σύμφωνα με τον Πρόκλο, οι ενεργοί θεοί σε οποιοδήποτε επίπεδο του όντος είναι υπερούσιες ενάδες, για παράδειγμα οι «Ψυχικοί Θεοί» δεν καλούνται έτσι επειδή είναι οι ίδιοι ψυχικοί, γιατί δεν είναι στην κυριολεξία ούτε καν «όντα». Αντίθετα, αυτές οι τάξεις των θεών έχουν τέτοιους προσδιορισμούς γιατί τα προϊόντα της θείας ενέργειας τους είναι τα συγκεκριμένα επίπεδα του όντος.


Έτσι για παράδειγμα, ο Πρόκλος στο Έκτο βιβλίο της Πλατωνικής Θεολογίας δίνει έμφαση ότι ακόμα και οι αφομοιωτικοί θεοί, που είναι υπεύθυνοι για την ομοίωση των όντων με τις ιδέες στις οποίες μετέχουν, σίγουρα μια αρκετά «κατώτερη» λειτουργία για αυτούς που το βλέπουν με τέτοιους όρους, «όσον αφορά τις υπάρξεις τους (οι αφομοιωτικοί θεοί) είναι υπεράνω ουσίας και πλήθους, ενώ όσον αφορά αυτά που μετέχουν σε αυτούς και που δέχονται την έλλαμψη της προόδου τους καλούνται αφομοιωτικοί» [ «Κατὰ μὲν γὰρ τὰς ἑαυτῶν ὑπάρξεις οὐσίας ἐπέκεινα καὶ πλήθους ὄντες, κατὰ δὲ τὰς μεθέξεις τὰς ὑποδεξαμένας αὐτῶν τὴν ἔλλαμψιν τῆς τοιαύτης προόδου ὁμοιωτικοὶ καλούμενοι» (Πλατωνική Θεολογία VI 16 79.7-10) ]


Κατ’ανάλογο τρόπο, ακόμα και ο «κατώτερος» θεός είναι «ανώτερος» από το ίδιο το Ον, εάν μιλάμε με τέτοιους όρους. Αυτό απεικονίζεται στην Θεολογική Στοιχείωση, προτάσεις 161-165, στα οποία διαβάζουμε ότι οι υποστάσεις του Οντος, Νους, Ψυχή και Σώμα μετέχουν των αντίστοιχων θείων τάξεων και έτσι, για παράδειγμα, «Όλο το πλήθος των Ενάδων στο οποίο μετέχει ο αμέθεκτος Νους, είναι νοερό» –[ Πᾶν τὸ πλῆθος τῶν ἑνάδων τὸ μετεχόμενον ὑπὸ τοῦ ἀμεθέκτου νοῦ νοερόν ἐστιν»(πρόταση 163)] και «Όλο το πλήθος των Ενάδων στο οποίο μετέχει ολόκληρη την αμέθεκτη ψυχή είναι υπερκόσμιο»[Πᾶν τὸ πλῆθος τῶν ἑνάδων τὸ μετεχόμενον ὑπὸ τῆς ἀμεθέκτου πάσης ψυχῆς ὑπερκόσμιόν ἐστι.» (πρόταση 164)]


Ενώ το οντικό πλήθος είναι «λιγότερο πραγματικό» από την ένωση του στον νου, το εναδικό (όλα- σε- ένα) πλήθος δεν είναι, και επιπλέον, κατά μιαν έννοια η εναδική ατομικότητα, δηλαδή η υπαρξιακή μοναδικότητα, είναι μια κατάσταση που μοιράζεται ακόμα και από όντα όπως εμείς.



Σαν αρχή της ατομικότητας, το ΕΝ δεν είναι μια ενότητα στην οποία χάνονται οι κατώτερες πραγματικότητες. Αυτό πρέπει να ερμηνευθεί με τον τρόπο των οντικών αρχών, στις οποίες ανάγονται τα πράγματα, αλλά σίγουρα πάντα, με ιδιαίτερη οπτική, οι ψυχές σαν ψυχή, οι νόες σαν νους και ούτω καθεξής. Ωστόσο το ΕΝ, σαν η απόλυτη αρχή, δεν μπορεί να είναι το αντικείμενο μιας απόλυτης αναγωγής, τουλάχιστον όπως το βλέπω εγώ, καθώς δεν μπορώ να δω πως το ΕΝ θα μπορούσε να είναι ξεχωριστό από το ΟΝ.


Κάθε πρόοδος είναι αγαθή και εξαιτίας του Αγαθού. Ένα σώμα δεν είναι «λιγότερο πραγματικό» από το ΕΝ σαν σώμα, απλά έχει το είδος της ενότητας και τον τρόπο ύπαρξης που είναι κατάλληλο για αυτό το οντικό επίπεδο, το οποίο, στον βαθμό που υποτίθεται ότι είναι ο τόπος της μεταβατικής έκφρασης των ιδεών, κάνει ακριβώς αυτό που έπρεπε να κάνει.


Αλλά υπάρχει ένα μεγαλύτερο πρόβλημα, μου φαίνεται, στο πως κάποιοι το προσεγγίζουν, συγκεκριμένα τι σημαίνει να λέμε ότι η πραγματικότητα κάποιου «εξαρτάται από εκείνη του ΕΝΟΣ». Θα συμφωνούσα με αυτό, αλλά εννοώ κάτι τελείως διαφορετικό.



Με αυτό εννοώ ότι κάθε επαναλαμβανόμενη ποιότητα μιας οντότητας εξαρτάται από την μη-επαναλαμβανόμενη ύπαρξη αυτής της οντότητας. Άλλοι, φαίνεται ότι το χρησιμοποιούν για να υποθέσουν υπεράνω της ύπαρξης κάθε οντότητας μια υποστασιοποιημένη αφηρημένη οντότητα, στην οποία η πρώτη «οφείλει» όλα όσα έχει, λόγω της υπεροχής της δεύτερης στην εκδήλωση της «πραγματικότητας».


Παρόλα αυτά η σχέση με την αρχή της ατομικότητας δεν μπορεί να αφομοιωθεί με αυτήν που είναι μεταξύ Ιδεών και Εικόνων. Η εικόνα μιας ιδέας έχει την ύπαρξη της, σαν στιγμιότυπο της ιδέας αυτής, στην ιδέα και όχι μέσα σε αυτήν την ίδια. Η μονάδα, αντίθετα, δεν μπορεί να λεχθεί ότι έχει την ενότητα της στο ΕΝ, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι αναιρεί ακριβώς αυτό που κάνει το ΕΝ, που κάνει δηλαδή ένα πράγμα άτομο. Αυτό είναι ένα μέτρο του πως η ανώτερη αρχή μεταδίδει τελειώτερα στο μετέχον αυτό που πρέπει να του δώσει. Έτσι η υπεροχή του ΕΝΟΣ εκδηλώνεται ακριβώς στο Μη-ΟΝ του, ένα ένα-υπεράνω-πολλών ή ένα του οποίου τα πολλά είναι μέρη, όψεις, απόψεις κλπ


Πρώτον, πρέπει να σημειώσω ότι κατά μιαν έννοια είναι αληθές να μεταχειριζόμαστε την υπαρξιακή μοναδικότητα σαν μια πολύ κατώτερη ποιότητα, σαν το άθροισμα επουσιωδών και υλικών παραγόντων, αλλά μια πολύ σημαντική Πλατωνική αρχή είναι ότι τα κατώτερα φαινόμενα είναι εκδηλώσεις των ανώτερων αρχών. Συνεπώς, η διαφορά που εμείς καλούμε «αριθμητική», στον βαθμό που υπολείπεται της διαφοράς μορφής, εκφράζει την δράση αρχών ανωτέρων από τις ιδέες.


Αυτή η διάκριση είναι παρούσα στην ανώτερη μορφή της μεταξύ των θεών, αλλά οι θεοί κατέχουν μια ατομικότητα πολύ ανώτερη από την δική μας, όντες αυτάρκεις (για την θεία αυτή ιδιότητα, δείτε ειδικά το κεφ. 19 του Πρώτου βιβλίου της Πλατωνικής Θεολογίας και γενικά για τις καθολικές θείες ιδιότητες τα κεφάλαια 13-29 του Πρώτου βιβλίου).


Σαν όντα, εντούτοις είμαστε πολύ λιγότερο άτομα από ότι οι θεοί, γιατί όλες οι επαναλαμβανόμενες ποιότητες – π.χ. «άνθρωπος» - είναι μέρη άλλων όλων, ενώ οι θεοί είναι γενετικοί τέτοιων όλων. Σαν σώμα, είμαι μέρος του όλου της ύλης, σαν ψυχή είμαι μέρος της όλης ουσίας της Ψυχής. Παρόλα αυτά, η τελευταία επιδεικνύει μια ανώτερη μορφή ατομικότητας από ότι το πρώτο. Έτσι είμαι περισσότερο ατομικότητα σαν ψυχή από ότι σαν σώμα. Η κοινή αίσθηση μπορεί να δει μια ψυχή σαν «λιγότερο» ατομικότητα γιατί είναι αόρατη. Αλλά παρόλα αυτά αναγνωρίζει ότι όλα τα σώματα συμπεριφέρονται όμοια σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι οι ψυχές.


Στο επίπεδο του Νου, μπορούμε να ερμηνεύσουμε το ατόμο ακόμα καλύτερα, με την έννοια ότι μπορούμε να το δούμε σαν το άθροισμα όλων των ουσιωδών και επουσιωδών ποιοτήτων και να φθάσουμε με αυτόν τον τρόπο σε μια «ιδεατή» μοναδικότητα – δηλαδή στην μη διάκριση. Ο Αριστοτέλης δεν πηγαίνει πιο πέρα.


Τι βρίσκεται όμως πιο πάνω;


Παίρνουμε μια γεύση αυτού αρκετά νωρίς στον Πλάτωνα, αν θεωρήσουμε τον Φαίδωνα σαν ένα από τους πρώτους διαλόγους του. Πίσω από την ιδέα υπάρχει η αιτία, αυτή που φέρνει την ιδέα όπως αναφέρεται στο τελευταίο επιχείρημα στον Φαίδωνα. Αυτή η «αιτία» εμφανίζεται ξανά αρκετά αργότερα σαν το τέταρτο γένος στον Φίληβο, μαζί με το πέρας, το άπειρο και το μικτό. Στον Φαίδωνα, η ερώτηση για αυτή την αρχή έχει ήδη τεθεί, σύμφωνα με το περιεχόμενο του διαλόγου, με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείσει οποιαδήποτε ουσία ή απορία. Η ερώτηση δεν είναι τι είναι ο Σωκράτης σαν άνθρωπος, αλλά ο Σωκράτης σαν Σωκράτης.
Εδώ λειτουργεί το δόγμα της μετενσάρκωσης όπως η μορφική απόκλιση στον Husserl.


Εάν ο «Σωκράτης», δηλαδή η αιτιώδης ενέργεια υπεύθυνη για την τάξη(Πολιτεία 618b) ή το σύνολο των ουσιωδών και επουσιωδών χαρακτηριστικών που ξέρουμε σαν Σωκράτη, νοείται σαν να υπήρξε κάποτε ο γυιός, όχι του Σωφρονίσκου, αλλά κάποιου άλλου, ή ακόμα ενός κύκνου ή λιονταριού και να γίνει κάποιος άλλος ξανά στο μέλλον, τότε μπορούμε με κάποιο τρόπο να νοήσουμε αυτό το άτομο στην μοναδική ενότητα του πάνω από κάθε μεταβαλλόμενη ιδιότητα, σαν μια καθαρή ενέργεια, μια καθαρή δύναμη επιλογής οριζόμενη μόνο αποφατικά στον βαθμό που προσπαθούμε να την ορίσουμε σαν μια δέσμη στιγμιοτύπων ιδεών μάλλον, παρά σαν αυτό που φέρνει την μορφή.


Αυτή η σκέψη που παραθέτω είναι ο ουσιαστικός συσχετισμός στον Πλάτωνα στην επίσημη αναζήτηση της ενότητας στον Παρμενίδη. Είναι ένα πείραμα σκέψης που υποστασιοποιεί καταφατικά την καθαρή αρχή της ενότητας που σκιαγραφείται αποφατικά στην Παρμενίδεια διαλεκτκή και η οποία με την σειρά της εξαρτάται από αυτήν την αρχή για την διάρθρωση της. Η απόφαση (άρνηση) επομένως της πρώτης αρχής είναι θέμα, όχι υπεροχής αλλά θεμελιώδους αναγκαιότητας.

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

ΠΕΡΙ ΣΥΜΒΟΛΩΝ - Η ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ ΣΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Στην προηγούμενη ανάρτηση είδαμε ότι οι μύθοι δρουν στην φαντασία.

Τι είναι όμως η φαντασία ;

Κατ’αρχήν ας θυμηθούμε ότι τα όντως όντα βρίσκονται στο νοητό, στον κόσμο των ιδεών του Πλάτωνα. Αυτά τα όντα υλοποιούνται στον αισθητό κόσμο με αποτέλεσμα εμείς να βλέπουμε τις εικόνες τους, τα είδωλα τους τα οποία και γεννιούνται και φθείρονται σε αντίθεση με τα όντως όντα που είναι αιώνια και αμετάβλητα.

Οι ιδέες λοιπόν πρέπει κατ’αρχήν να αποκτήσουν μορφή η οποία μετά θα «εκτυπωθεί» πάνω στην ύλη και έτσι θα προκύψουν τα αισθητά όντα που αντιλαμβανόμαστε.

Επειδή λοιπόν οι ιδέες δεν έχουν μορφή, πρέπει πρώτα να αποκτήσουν τα μορφικά χαρακηριστικά εκείνα τα οποία θα προσδιορίσουν τα αισθητά , δηλαδή μέγεθος, σχήμα κλπ.

Η μορφοποίηση αυτή θα γίνει σε μια διαβάθμιση της ουσίας που βρίσκεται μεταξύ της διάνοιας και της αίσθησης. Αυτή η διαβαθμισμένη ουσία είναι η φαντασία.

«Γιατί και η ύλη είναι διπλή, όπως λέει κάπου ο Αριστοτέλης, μία αυτή που είναι συνδεδεμένη με την αίσθηση και μια αυτή των φανταστικών αντικειμένων. Θα παραδεχτούμε ότι το καθολικό είδος που συντάσσεται μαζί τους είναι δύο λογιών, ένα το αισθητό επειδή επιδέχεται συμμετοχή από τα αισθητά, και ένα το φανταστικό, επειδή έχει λάβει υπόσταση μέσα στα πλήθη που γεννιούνται στην φαντασία»
(Πρόκλος – Σχόλια στον Ευκλείδη 51.15-20)

Οπως γνωρίζουμε στην ουσία της ψυχής μας βρίσκονται οι λόγοι, οι οποίοι ουσιαστικά είναι οι γνώσεις τις οποίες διαθέτουμε εκ κατασκευής και οι οποίοι όμως πρέπει να ενεργοποιηθούν.

Για να ενεργοποιηθούν όμως πρέπει να συνειδητοποιηθούν από την ψυχή μας και αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν αυτοί προβληθούν τρόπον τινά σε μια οθόνη, από όπου η ψυχή θα τους δει και θα συνειδητοποιήσει ότι τους έχει, με άλλα λόγια θα τους ενεργοποιήσει.

Αυτή η προβολή θα γίνει στην φαντασία :

«Γιατί καθώς η διάνοια έχει τους λόγους αδυνατεί να τις δει συμπτυγμένα και γι αυτό τις εξαπλώνει και τις εναποθέτει και τις οδηγεί στην φαντασία που βρίσκεται στα πρόθυρα της διάνοιας και αναπτύσσει την γνώση τους μέσα σε κείνη ή μαζί με εκείνη»
(Πρόκλος – Σχόλια στον Ευκλειδη 54.27-55.02)

Την φαντασία μπορούμε να την θεωρήσουμε σαν ένα επίπεδο καθρέφτη, μια οθόνη προβολής :

«Έτσι και η ψυχή, ενεργώντας με την γνωστική της δύναμη, προβάλλει στην φαντασία σαν σε καθρέφτη τις ιδέες των σχημάτων. Και η φαντασία, η οποία τα υποδέχεται σαν είδωλα και περιέχει απεικονίσεις των ιδεών που υπάρχουν μέσα στην ψυχή, μέσω αυτών παρέχει στην ψυχή την δυνατότητα να στραφεί μέσα και προς τον εαυτό της μέσω των ειδώλων.

Είναι για παράδειγμα σαν να κοιτάζει κάποιος τον εαυτό του σε καθρέφτη και αφού θαυμάσει την δύναμη της φύσης, να θελήσει να δει την μορφή του κατευθείαν και να αποκτήσει τέτοια δύναμη, ώστε να γίνει ταυτόχρονα και αυτός που βλέπει και το ορατό αντικείμενο»
(Πρόκλος – Σχόλια στον Ευκλειδη 141.4-12)

Εκεί πάνω λοιπόν οι λόγοι της ψυχής θα αποκτήσουν «αισθητά» χαρακτηριστικά :

«Γιατί γενικά οι λόγοι προσλαμβάνουν έκταση, όγκο και διάσταση λόγω της ύλης που τις υποδέχεται και η οποία προσλαμβάνει τα αδιαίρετα με διαιρετό τρόπο, τα αδιάστατα με διάσταση και τα ακίνητα με κίνηση»
(Πρόκλος – Σχόλια στον Ευκλειδη 49.27-50.20)

Αλλωστε και η Ευκλείδια γεωμετρία που μαθαίναμε στο σχολείο είχε αυτή την λειτουργία και έτσι ακριβώς δουλεύαμε όταν ασχολούμασταν με γεωμετρικές ασκήσεις.

Γιατί ο Ευκλείδης :

«Δικαιολογημένα λοιπόν όρισε αυτή την επιφάνεια και πραγματεύεται τα πάντα θεωρώντας ότι βρίσκονται πάνω της. Για τον λόγο αυτό μάλιστα έχει αποκαλέσει το έργο του επίπεδη γεωμετρία. Και έτσι πρέπει να εννοούμε το επίπεδο σαν να έχει προβληθεί και να βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας και την διάνοια να χαράζει τα πάντα πάνω του, επειδή η φαντασία μοιάζει με επίπεδο κάτοπτρο και οι λόγοι της διάνοιας στένουν σε εκείνο τις εικόνες τους»
(Πρόκλος – Σχόλια στον Ευκλειδη 120.25-121.07)

Η φαντασία λοιπόν είναι είδος νου που μορφοποιεί τις ιδέες :

«Και η μεν φαντασία ως νόηση μορφοποιητική των νοητών αποβαίνει γνώση ορισμένων ενώ η αίσθηση καταπιάνεται με το ίδιο αντικείμενο της γένεσης όπως η δοξασία, για το οποίο μπορεί να σχηματιστεί αντίληψη βάσει της δοξασίας και μαζί της άλογης αίσθησης»
(Πρόκλος – Σχόλια στην Πολιτεία 1.235.18-19)

Η διάνοια λοιπόν είναι εκείνη που θα αναλάβει να προβάλλει στην φαντασία αυτά που «κρύβουν» οι ιδέες, η οποία και θα τους δώσει μορφή :

«Αλλά και όσα υπάρχουν απόκρυφα μέσα στην ιδέα, προβάλλονται στην φαντασία με διάσταση και διαίρεση, και αυτό που τα προβάλλει είναι η διάνοια, αυτό από το οποίο προβάλλονται είναι η διανοητή ιδέα»
(Πρόκλος – Σχόλια στον Ευκλειδη 56.11-22)

«Από την άλλη, η φαντασία που κατέχει την μεσαία θέση μεταξύ των γνώσεων, διεγείρεται από τον εαυτό της και προβάλλει το γνωστικό αντικείμενο από τον εαυτό της. Επειδή όμως δεν βρίσκεται έξω από το σώμα, οδηγεί τα γνωστικά της αντικείμενα από την αδιαίρετη ζωή στην διαίρεση, στην διάσταση και το σχήμα. Γι’αυτό ό,τι τυχόν νοεί η φαντασία, είναι σχήμα και μορφή νοήματος»
(Πρόκλος – Σχόλια στον Ευκλειδη 52.20-53.05)

Ετσι λοιπόν η διέγερση της φαντασίας προκαλεί την προβολή των ουσιωδών λόγων πάνω της με αποτέλεσμα η ψυχή να τους «βλέπει» και να τους συνειδητοποιεί.

Τι σχέση έχει όμως αυτό με τους μύθους ;

Οπως γνωρίζουμε η ψυχή μας αποτελείται από την λογική ψυχή (λογιστικό) και την άλογη ψυχή (θυμοειδές και επιθυμητικό).

Οι ουσιώδεις λόγοι είναι στην λογική ψυχή τους οποίους και μπορούμε να τους διεγείρουμε με την μελέτη της φιλοσοφίας.

Οταν όμως είμαστε μικροί, λόγω του ότι δεν έχουμε ακόμα την ικανότητα φιλοσοφικής μελέτης, διεγείρουμε τους λόγους μας «προβάλλοντας» πάνω στην φαντασία μας μορφές που προσλαμβάνουμε από τις αισθήσεις μας και μάλιστα ακούγοντας ή διαβάζοντας μύθους.

Διότι :

«Όταν είμαστε παιδιά ζούμε κατά φαντασία, το δε φανταστικό μέρος σε μορφές και τύπους και τα τοιαύτα. Για να τηρείται λοιπόν σε εμάς το φανταστικό χρησιμοποιούμε μύθους, ως αν το φανταστικό να χαίρεται τους μύθους. Άλλωστε και ο μύθος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψευδής λόγος που απεικονίζει την αλήθεια.Εαν λοιπόν ο μύθος είναι εικόνα της αλήθειας και είναι και η ψυχή εικόνα αυτών που είναι πριν από αυτήν, είναι φανερό ότι η ψυχή χαίρεται με τους μύθους ως εικόνα με εικόνα. Επειδή λοιπόν από παιδιά και εξ απαλών ονύχων τρεφόμαστε με μύθους πρέπει αυτούς να παραλαμβάνουμε»
(Ολυμπιόδωρος – Σχόλια στον Γοργία 46.3)

Ετσι λοιπόν ενώ σε εμάς τους μεγάλους η χρήση των μύθων είναι συμπληρωματική της φιλοσοφικής προσέγγισης, για τα παιδιά είναι τροφή για αυτό και θέλει πολύ προσοχή οι μύθοι που απευθύνονται στα παιδιά να είναι τέτοιοι που να μην τους βλάπτουν, πράγμα που είχε θίξει και ο Πλάτων.

Ο Ομηρος δε στην Οδύσσεια, που όπως έχουμε πει αλληγορεί την προσπάθεια της ψυχής να επιστρέψει στο νοητό, με την Καλυψώ αλληγόρησε την φαντασία, η οποία "καλύπτει" τον Οδυσσέα σαν νέφος, το οποίο μόνο ο λόγος μπορεί να διαλύσει, για αυτό και είναι ο Ερμής που δίνει την εντολή στην Καλυψώ να απελευθερώσει τον Οδυσσέα από την σαγήνη της.

«διὸ καὶ ὁ Ὀδυσσεὺς μώλυος ἐδεήθη Ἑρμαϊκοῦ καὶ λόγου ὀρθοῦ πρὸς τὸ ἐκφυγεῖν τὴν Καλυψὼ φαντασίαν οὖσαν καὶ δίκην νέφους ἐμποδὼν γενομένην τῷ λόγῳ ἡλίῳ ὄντι· κάλυμμα γὰρ αὕτη, διὸ καί τις ἔφη ‘Φαντασίη τανύπεπλε’»
(Ολυμπιόδωρος – Σχόλια στον Φαίδωνα 6.2.7)

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

ΠΕΡΙ ΣΥΜΒΟΛΩΝ - ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ

Όπως γνωρίζουμε οι μύθοι έχουν μια εξωτερική εικόνα και μια εσωτερική.


Υπάρχει λοιπόν η επιφάνεια του μύθου που είναι η εξωτερική εικόνα που μας δίνει και η εσωτερική εικόνα που αποτελείται από τα βαθύτερα νοήματα που υποκρύπτονται μέσα στον μύθο.


Πολλές φορές η επιφάνεια του μύθου δίνει μια τελειώς αντίθετη και πολλές φορές εξωπραγματική εικόνα από ό,τι θέλει να δώσει η εσωτερική, πράγμα που οδήγησε ως γνωστόν τον Πλάτωνα να εναντιωθεί στην χρήση των μύθων των ποιητών από τους νέους, οι οποίοι λόγω του νεαρού της ηλικίας των και της έλλειψης βασικών γνώσεων θα προσλάβουν στραβά τις θεολογικές και κοσμολογικές έννοιες που υποκρύπτουν οι μύθοι.


Αντίθετα ο Πλάτων συνέταξε τους λεγόμενους φιλοσοφικούς μύθους, οι οποίοι δεν προκαλούν βλάβη σε όποιον τους ακούει ακόμα και αν δεν είναι προετοιμασμένος για αυτό.


Εχουμε λοιπόν τους φιλοσοφικούς και τους ποιητικούς μύθους.


Ας δούμε τι μας λέει ο Ολυμπιόδωρος σχετικά με αυτό το θέμα στα Σχόλια του στον Γοργία του Πλάτωνα 46.5-6 :


«Μετά θα δούμε σε τι διαφέρουν οι μύθοι των φιλοσόφων από τους μύθους των ποητών. Λέμε ότι ο κάθε ένας πλεονεκτεί και μειονεκτεί έναντι του άλλου.


Ο ποιητικός έχει το πλεονέκτημα ότι το περιεχόμενο του είναι τέτοιο ώστε και αυτός που τυχαίνει να μην τον πιστεύει, να έρχεται σε μια κρυμμένη αλήθεια.


Ο ποιητικός μύθος λέγει τα πράγματα έτσι ώστε να μην μας αφήνει να μένουμε στην επιφάνεια, αλλά μας κάνει να αναζητούμε την κρυμμένη αλήθεια. Αυτά που λέει δεν τα παραδέχεται ούτε και κάποιος που τα ακούει τυχαία αλλά προχωρεί στο κρυμμένο νόημα, έχει δε το ελάττωμα ότι εξαπατά όσους νέους ακούν.


Αυτά λοιπόν για τους ποιητικούς μύθους.


Οι φιλοσοφικοί μύθοι κάνουν το αντίθετο, δηλαδή ότι ακόμα και αν κάποιος παραμείνει στην επιφανειακή έννοια του μύθου, δεν βλάπτεται.


Διότι αν και αυτοί υποθέτουν τιμωρίες και ποταμούς κάτω από την γη, ακόμα και αν μείνουμε σε αυτά, στην επιφάνεια τους δηλαδή, δεν βλαπτόμαστε. Εχουν όμως το μειονέκτημα ότι καθώς το επιφανειακό νόημα δεν βλάπτει, παραμένουμε εκεί και δεν αναζητούμε την αλήθεια.


Σε αυτά διαφέρουν οι μύθοι.


Οι μύθοι λοιπόν έγιναν έτσι ώστε να μην μεταδίδουν σε όποιον τύχει τα δόγματα όπως ακριβώς στα ιερά, τα ιερατικά όργανα και τα μυστήρια είναι πίσω από παραπετάσματα, ώστε οι ανάξιοι να μην τύχει να τα δουν. Ετσι και εδώ οι μύθοι είναι προκαλύμματα των δογμάτων, για να μην είναι γυμνά και βατά σε όποιον θέλει»


Πώς όμως σχετίζονται οι μύθοι με την ψυχή μας ;


Ο Ολυμπιόδωρος συνεχίζει και μας εξηγεί :


«Οι φιλοσοφικοί μύθοι προσεγγίζουν τις τρεις ενέργειες της ψυχής.


Γιατί αν μεν ήμασταν μόνο νόες, χωρίς να έχουμε φανταστικό δεν θα χρειαζόμασταν μύθους, καθώς θα μιλάγαμε πάντα με τα νοητά.


Αν αντίθετα ήμασταν τελείως άλογοι και ζούσαμε κατά φαντασίαν και είχαμε μόνον αυτή στην οποία θα επροβάλλετο ο μύθος, θα ήταν αναγκαίο όλη την ζωή μας να ζούσαμε σαν ένα μύθο.


Επειδή δε έχουμε και νού και δόξα και φαντασία, οι αποδείξεις δόθηκαν στον νου – και λέει ο Πλάτων ότι «εάν θέλεις να ενεργείς κατά νου έχεις αποδείξεις θηρευθείσες με αδαμάντινους δεσμούς, εάν δε θέλεις να ενεργείς κατά δόξα έχεις τις μαρτυρίες ενδόξων προσώπων, εάν δε θέλεις να ενεργείς κατά φαντασία έχεις τους μύθους που την διεγείρουν ώστε από όλα αυτά να επωφελείται»


Βλέπουμε λοιπόν ότι οι μύθοι δρουν στην ψυχή μας και μάλιστα στην φαντασία.


Πρέπει να προσέξουμε ότι ο φιλοσοφικός όρος «φαντασία» δεν είναι όπως ακριβώς χρησιμοποιείται σήμερα στην καθομιλουμένη.


Το τι ακριβώς όμως είναι η φαντασία, πως σχετίζεται με αυτή και πως δρα ο μύθος, θα το εξετάσουμε σε επόμενη ανάρτηση.